|
Η παχυσαρκία
αποτελεί σύνθετη διαταραχή του μεταβολισμού, παράλληλα όμως σοβαρό ψυχολογικό
και κοινωνικό πρόβλημα. Η νοσηρότητα που απορρέει από την παχυσαρκία και η
αυξημένη θνησιμότητα που συνεπάγεται είναι γνωστές από την εποχή του Ιπποκράτη.
Η Παγκόσμια
Οργάνωση Υγείας, έχει χαρακτηρίσει την παχυσαρκία ως νόσο. Η παχυσαρκία του παιδιού, κυρίως
όμως του εφήβου, αποτελεί τον προθάλαμο αυτής της νόσου, αφού σχετίζεται άμεσα
με την παχυσαρκία του ενηλίκου. Παχύσαρκα παιδιά ηλικίας μέχρι 3 χρόνων έχουν
πιθανότητα 3-8% να γίνουν παχύσαρκοι ενήλικες. Η συχνότητα όμως αυξάνεται μετά
από αυτή την ηλικία, με κορύφωση στην εφηβεία όπου τα ποσοστά φθάνουν το 60-70%
των περιπτώσεων.
Η αιτιολογία
της παχυσαρκίας είναι πολυπαραγοντική. Το γενετικό υπόστρωμα διαδραματίζει
σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι το σωματικό
βάρος των γονέων σχετίζεται με την παχυσαρκία των παιδιών. Μελέτες σε
υιοθετημένα παιδιά έδειξαν ισχυρή συσχέτιση του σωματικού βάρους των παιδιών
και των φυσικών τους γονέων σε αντίθεση με το σωματικό βάρος των θετών γονέων.
Επίσης η σημασία της γενετικής προδιάθεσης
υποστηρίζεται από τα ευρήματα μελετών σε διδύμους, οι οποίοι μεγάλωσαν μαζί ή
χωριστά και έχουν τα ίδια ποσοστά παχυσαρκίας. Με ένα ή και τους δύο γονείς
παχύσαρκους, αυξάνεται ο κίνδυνος να γίνει το παιδί υπέρβαρο. Το παιδί έχει 3,6
φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρο, αν η μητέρα είναι υπέρβαρη, και
2,9 φορές αν είναι υπέρβαρος ο πατέρας. Αν, τέλος, υπάρχει θετικό οικογενειακό
ιστορικό παχυσαρκίας, το παιδί έχει αυξημένο κίνδυνο να γίνει υπέρβαρο αργότερα,
ακόμη και αν έχει κανονικό βάρος στην παιδική ηλικία.
Σημαντική
είναι και η επίδραση του περιβάλλοντος, η οποία αρχίζει από την ενδομήτρια ζωή.
Είναι γνωστό ότι τα νεογνά μητέρων των οποίων το βάρος αυξήθηκε πολύ τους
τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης γεννιούνται με αυξημένη λιπώδη μάζα. Ένα
χαριτωμένο παχουλό μωρό μπορεί να είναι υποψήφιος παχύσαρκος ενήλικας.
Έχει βρεθεί
ότι τα παχύσαρκα παιδιά τρώνε γρήγορα και μασούν λιγότερο την τροφή τους.
Επίσης, περιγράφονται ως λιγότερο δραστήρια. Δεν είναι σαφές εάν η μειωμένη
δραστηριότητα είναι η αιτία ή το αποτέλεσμα της παχυσαρκίας τους. Η καθιστική
ζωή ωστόσο αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας.
Τα τελευταία χρόνια
στον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο μας, η φυσική δραστηριότητα των παιδιών έχει
μειωθεί σημαντικά. Τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί από τον φυσικό τρόπο ζωής, ενώ
η διαβίωση σε διαμερίσματα, η δυσκολία μετακίνησης και επικοινωνίας, το γεμάτο
σχολικό πρόγραμμα και η επαγγελματική απασχόληση των γονέων υποχρεώνουν τα
παιδιά σε καθιστική ζωή. Το δραστήριο παιδί στην ύπαιθρο έχει αντικατασταθεί
από το επιτραπέζιο και τη χρήση υπολογιστή και τηλεόρασης. Ιδιαίτερα όσον αφορά
στην τηλεόραση, πολλές μελέτες δείχνουν ότι το αυξημένο σωματικό βάρος των
παιδιών είναι ευθέως ανάλογο με τις ώρες τηλεθέασης τόσο διότι επιβάλλει την
καθιστή ζωή και μειώνει το μεταβολικό ρυθμό αλλά και γιατί πολύ συχνά
συνοδεύεται από κατανάλωση μη υγιεινών τροφών σε ανεξέλεγκτες ποσότητες. Ένα παιδί είναι 5 φορές πιο πιθανό να είναι
υπέρβαρο, αν παρακολουθεί τηλεόραση για χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο από 5
ώρες την ημέρα.
Ο ψυχολογικός
παράγοντας φαίνεται επίσης να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της
παχυσαρκίας στα παιδιά και τους εφήβους. Είναι γνωστό ότι τα παιδιά που ζουν σε
δυσμενείς συναισθηματικά συνθήκες και στερούνται αγάπης και φροντίδας γίνονται
ανασφαλή και εμφανίζουν χρόνιο άγχος ή κατάθλιψη. Τα παιδιά αυτά είναι επιρρεπή
στην ανάπτυξη παχυσαρκίας και καταφεύγουν συχνά στην κατανάλωση μεγάλων
ποσοτήτων μη υγιεινών τροφών, προσπαθώντας να καλύψουν τις συναισθηματικές τους
ανάγκες.
Οι
επιπτώσεις της παχυσαρκίας περιλαμβάνουν όσον αφορά στους ενήλικες σακχαρώδη
διαβήτη, υπέρταση, καρδιαγγειακά νοσήματα και παθήσεις των αρθρώσεων, ενώ όσον
αφορά στα παιδιά διαταραχές στην ανάπτυξη, όπως η πρόωρη ήβη, υπερλιπιδαιμία,
υπέρταση, άπνοια στη διάρκεια του ύπνου, ορθοπεδικά προβλήματα, πολυκυστικές
ωοθήκες και ψυχολογικά προβλήματα.
Τα
παχύσαρκα παιδιά και οι έφηβοι αισθάνονται μειονεκτικά. Η κακή εικόνα για τον
εαυτό τους και τα αισθήματα μειωμένης αυτοεκτίμησης που αναπτύσσουν δυσκολεύουν
τις κοινωνικές τους σχέσεις και περιορίζουν τις επιλογές τους.
Η
αντιμετώπιση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας βασίζεται στη δίαιτα η οποία
στα παιδιά σημαίνει σωστή διατροφή, την άσκηση και την ψυχολογική υποστήριξη.
Για να υπάρξει αποτέλεσμα απαιτείται ο συνδυασμός των τριών αυτών παραγόντων.
Η
δίαιτα πρέπει να εξασφαλίζει στο παιδί και τον έφηβο φυσιολογική αύξηση και
ανάπτυξη. Οι προσλαμβανόμενες θερμίδες 24ωρου πρέπει να είναι ανάλογες με την
ηλικία και να είναι κατανεμημένες σε πέντε ισορροπημένα γεύματα. Το διαιτολόγιο
πρέπει να περιλαμβάνει ποικιλία εύγευστων και υγιεινών τροφών και να παρέχεται
η δυνατότητα επιλογής. Απαγορεύονται οι αυστηρές δίαιτες οι σύντομες «χημικές»
δίαιτες ή τα σκευάσματα «αδυνατίσματος».
Ο
στόχος πρέπει να είναι μακροπρόθεσμος. Η μικρή μείωση των προσλαμβανόμενων
θερμίδων αποδίδει καλύτερα από τις δίαιτες αστραπή. Η απώλεια βάρους δεν πρέπει
να ξεπερνά το 1-2 κιλά
μηνιαίως. Η διατήρηση του βάρους σε σταθερό επίπεδο, έως ότου η αναλογία του
βάρους προς το ύψος γίνει αρμονική, αποτελεί ευκολότερο στόχο στα παιδιά των
οποίων η ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί.
Όσον
αφορά στην άσκηση συνιστάται η αύξηση της δραστηριότητας της καθημερινής ζωής
με παιχνίδι και συστηματική άθληση τουλάχιστον τρεις ώρες την εβδομάδα που
μπορούν να κατανεμηθούν σε μισή ώρα άσκησης καθημερινά που αποδίδουν
περισσότερο όταν το ίδιο το παιδί επιλέγει το είδος τους. Προτιμάται η προοδευτική
έναρξη της άσκησης, ιδιαίτερα όταν το παιδί είναι αγύμναστο. Η ομαδική και
οργανωμένη άσκηση-κατά προτίμηση με προπονητή-σε ανοιχτό χώρο αποτελεί την
καλύτερη επιλογή σε σχέση με το κλειστό γυμναστήριο, χωρίς φυσικά αυτό να
απορρίπτεται. Ο μύθος ότι η άσκηση «ανοίγει» την όρεξη πρέπει να απαλειφθεί από
τη συνείδηση των παιδιών και των γονέων.
Η
άσκηση συντελεί στον έλεγχο του σωματικού βάρους, ρυθμίζει το σάκχαρο και
ελαττώνει τα λιπίδια του αίματος, τονώνει το αναπνευστικό και κυκλοφορικό
σύστημα, προκαλεί αίσθημα ευεξίας και έχει θετική επίδραση στην ψυχοκοινωνική
προσαρμογή του παιδιού, κυρίως όταν έχει την μορφή ομαδικού αθλήματος,
βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα ζωής του παιδιού.
Η
ψυχολογική υποστήριξη του παιδιού και του εφήβου με παχυσαρκία αποτελεί ένα
ιδιαίτερα σημαντικό σκέλος στην αντιμετώπισή του. Η κριτική και οι επιπλήξεις
πρέπει να αποφεύγονται, γιατί συνήθως δημιουργούν αρνητική αντίδραση. Αντίθετα,
η συμπαράσταση και η συνεχής παρακίνηση, η επιβράβευση ακόμη και αν το
αποτέλεσμα είναι μικρό, καθώς και η ενθάρρυνση για συνέχιση της προσπάθειας με
μακροπρόθεσμους στόχους έχουν συνήθως θετικά αποτελέσματα.
Η πρόληψη
μπορεί να επιτευχθεί με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων όπως ο μητρικός θηλασμός
μέχρι τον 6ο μήνα της ζωής, η αποφυγή υπερσίτισης του βρέφους, η
διαμόρφωση υγιεινού διαιτολογίου στο παιδί και τον έφηβο και η τακτική
παρακολούθηση και καταγραφή των σωματομετρικών στοιχείων από τον παιδίατρο.
Στην πρόληψη της παχυσαρκίας σημαντικό ρόλο κατέχει και η πολιτεία υιοθετώντας
μέτρα που θα περιλαμβάνουν ενημέρωση από τα ΜΜΕ, δημιουργία χώρων άθλησης και
παρεμβάσεις όσον αφορά στη διάθεση υγιεινών τροφίμων από τα κυλικεία των
σχολείων. Τέλος η Ελληνίδα μητέρα παρά τα πρακτικά εμπόδια που μπορεί να
αντιμετωπίζει λόγω επαγγέλματος, πρέπει να φροντίζει τη διατροφή της
οικογένειας, επαναφέροντας τη μεσογειακή δίαιτα.
Στο επόμενο φύλλο θα υπάρχουν κατευθύνσεις
για την πρόληψη της παχυσαρκίας σε όλες τις ηλικίες παιδιών.
Κωνσταντίνος Γ. Καποδίστριας
Ειδ. Παιδίατρος
|